Ουμπούντου: Είμαι, επειδή είμαστε
Ο Δονάτος Λένης μεγάλωσε στην ελληνική κοινότητα της Νότιας Αφρικής τα χρόνια του απαρτχάιντ. Όταν ενηλικιώθηκε, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ένας συγγενής του βιαζόταν να του κληροδοτήσει ένα αγρόκτημα. Ο Δονάτος, ανυποψίαστος, ξεκινάει να φτιάχνει την τύχη του δουλεύοντας το κτήμα, χωρίς να γνωρίζει ότι η γη του έχει πάνω της την κατάρα μιας όμορφης γυναίκας.
Σήμερα, μερικές δεκαετίες μετά, ο Δονάτος έχει γίνει ευυπόληπτο μέλος της τοπικής κοινωνίας και απασχολεί στην αγροτική του επιχείρηση μετανάστες από τη Σομαλία και το Μπανγκλαντές. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν χαρτιά και δουλεύουν σε κακές συνθήκες, αλλά ο Δονάτος προσπαθεί να τους φέρεται με κάποια ανθρωπιά.
Μια δυσοίωνη ανακάλυψη στο χώμα ξυπνάει ένστικτα και αδιόρατους φόβους, ενώ δίπλα στο κτήμα μέσα σε τριβόλια και λιθάρια γεννιέται ένας έρωτας, ανάμεσα σ’ έναν δικό μας και μια «ξένη». Το τέλος της αγροτικής σεζόν σημαδεύει η απαγωγή ενός βρέφους στη διπλανή πόλη και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιον θα διαλέξει, τελικά, η κατάρα της όμορφης γυναίκας. Γιατί ο κύκλος πρέπει να κλείσει…
Γεγονότα σημερινά και παλιά, δικά μας και ξένα, συνυφαίνονται σε μια συναρπαστική ιστορία με φόντο μια πολυπολιτισμική Ελλάδα, που άλλες φορές δεν έχει μνήμη και άλλες φορές δεν ξεχνάει.
Κάποτε ένας κοινωνικός ανθρωπολόγος βρέθηκε σε χωριό της Αφρικής. Κατά τη διάρκεια των ερευνών του για τη συμπεριφορά των ανθρώπων της περιοχής, πρότεινε σε μια ομάδα παιδιών το ακόλουθο παιχνίδι. Έβαλε κάτω από ένα δέντρο ένα καλάθι γεμάτο με φρέσκα και λαχταριστά φρούτα. Όποιο παιδί, σε αγώνα δρόμου, θα έφτανε πρώτο στο καλάθι θα κέρδιζε όλα τα φρούτα. Μόλις έδωσε το σύνθημα να ξεκινήσει ο αγώνας, τα παιδιά κρατήθηκαν από τα χέρια και πήγαν στο τέρμα ενωμένα. Ξαφνιασμένος ο ανθρωπολόγος τα ρώτησε γιατί παραβίασαν τους όρους του παιχνιδιού. Εκείνα απάντησαν: «Ουμπούντου». Δηλαδή, «υπάρχω, γιατί υπάρχουμε». Αλλιώς, «δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, αν έστω κι ένας από εμάς είναι λυπημένος».
Στο βιβλίο του ο Μάνθος Σκαργιώτης καταπιάνεται με ένα σκληρό θέμα, το ρατσισμό και τους μετανάστες. O συγγραφέας έχει ως βάση τα μέρη της Ηπείρου και της ευρύτερης περιοχής ωστόσο μέσα από τους ήρωές του γνωρίζουμε και τα μέρη της Αφρικής που κατάγονται οι "λαθραίοι» μετανάστες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο.
Ένας μεγαλογαιοκτήμονας που μεγάλωσε στην Αφρική, απασχολεί στα κτήματά του κάθε χρόνο διαφορετικούς μετανάστες, για όσο διαρκεί η καλλιεργητική περίοδος. Ανάμεσά τους είναι και η Μιλέιν, η Σομαλή που ο γιος του κάνει το λάθος να ερωτευτεί, χωρίς να γνωρίζει ότι ο πατέρας του.
Σε μια διπλανή πόλη η απαγωγή του μωρού ενός τραπεζίτη κινητοποιεί τους πάντες προκειμένου να βγάλουν άκρη στην περίεργη αυτή υπόθεση.
Σε παράλληλη αφήγηση πριν από κάθε κεφάλαιο, παρακολουθούμε την ζωή και την καλλιτεχνική ανησυχία του Γιοχάνες, αδελφού του γαιοκτήμονα που ψάχνει ανά τους αιώνες το δρόμο και το δράμα των μαύρων σκλάβων, όλων εκείνων που είχαν την ατυχία να μην θεωρούνται άνθρωποι. Χωρίς δικαιώματα έναντι των λευκών, χωρίς στήριξη από την πολιτεία.
Τα συναισθήματα που μας προκαλεί όλη αυτή η δύσκολη κατάσταση των μεταναστών, καθώς και η ποιότητα του συγγραφέα ,με την λεπτομερή καταγραφή των καταστάσεων, πληροφοριών μας οδηγεί σε βαθύτερους στοχασμούς και προβληματισμούς, σε ένα "πολιτισμένο" κόσμο που ζούμε. Ένα βιβλίο για τα "λαθραία" όνειρα των ανθρώπων, για την σκληρή πραγματικότητα που υπάρχει δίπλα μας και ζητάει βοήθεια.
Το βιβλίο είναι βασισμένο στη ζωή του Έλληνα Δημήτρη Τσαφέντα, ο οποίος γεννήθηκε από Έλληνα πατέρα (Κρητικό) και ντόπια μητέρα στη Μοζαμβίκη το 1918 και πρώτος σηματοδότησε τον αγώνα εναντίον του απαρτχάιντ. Ήταν αυτός που δολοφόνησε τον πρωθυπουργό της Νότιας Αφρικής Χέντρικ Φερβούρντ, αρχιτέκτονα του απαρτχάιντ, μαχαιρώνοντάς τον τέσσερις φορές εντός του κοινοβουλίου· Πέθανε ξεχασμένος στις φυλακές της Νότιας Αφρικής το 1999.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου