Παίρνω το λεωφορείο της Γραμμής "10" στη Θεσσαλονίκη, από την αφετηρία Χαριλάου ως το Τέρμα, ως τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, και γράφω ό,τι θυμάμαι, επινοώ και φαντάζομαι από κάθε στάση. Δεκαεννιά στάσεις. Γράφοντας καταλαβαίνω πως το μυαλό είναι ένα ανοιχτό στρατόπεδο αιχμαλώτων. Ή, ένα πριονιστήριο γεμάτο ακρωτηριασμένες, λειψές μνήμες, επινοήσεις, φαντασιώσεις κι εμπειρίες που διαρκώς αλλάζουν νόημα, χάνονται, επανέρχονται, διασταυρώνονται και πάλι διαφεύγουν.
Ξέρω, δηλαδή, ότι δεν κοπαδιάζουν οι λαγοί, αλλά εδώ συνημμένως ψάλλονται. Έπειτα, κάθε λεωφορείο που ξεκινάει από μια συγκεκριμένη αφετηρία, κάνει μιαν απαρέγκλιτη διαδρομή και πάει προς ένα σταθερό Τέρμα, ποτέ δεν κάνει όντως το ίδιο δρομολόγιο - κυρίως για τον ίδιο επιβάτη, που βλέπει έξω και εντός του με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι. Κάθε επιβάτης, κάθε φορά, είναι κι ένα διαφορετικό λεωφορείο.
Μια διαδρομή στην Ιστορία της πόλης, στην οποία γεννήθηκε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και ταυτόχρονα μια προσωπική διαδρομή στα μέρη όπου ανδρώθηκε είναι το νέο βιβλίο του σημαντικού διηγηματογράφου. Ο Σκαμπαρδώνης παρουσιάζει τη διαρκή μεταβολή στον χρόνο της πόλης, του εαυτού του, των ανθρώπων που γνώρισε. Κοιτάζει στο βάθος της ψυχής τους για να εντοπίσει εκεί ξανά τη νεότητα και τη χαμένη αθωότητά της. Ο ήρωας-επιβάτης αυτού του λεωφορείου και αφηγητής μεγαλώνει στη μετεμφυλιακή περίοδο. Στις δεκαεννέα αφηγήσεις ο αφηγητής συναντά καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, άλλους σημαντικότερους και άλλους γνώριμους. Ο συγγραφέας στέκεται με αγάπη σε κάθε πτυχή αυτής της πόλης και παρουσιάζει με τρυφερό και ανάγλυφο λόγο τις βιομηχανίες της πόλης, τους εμπόρους και τα μαγαζιά της. Αναφέρεται στις χαμένες αλάνες των φτωχογειτονιών, εκεί όπου το παιχνίδι γινόταν η πλουσιότερη πηγή εμπειριών και κώδικας πολιτισμού, στους δρόμους τους γεμάτους λάσπες, στα φτωχόσπιτα, στα ξυπόλητα παιδιά με τα κοντά παντελόνια, στις φωνές και στις ανησυχίες τους.. Περνάει από τις δεκαεννέα στάσεις, διασχίζοντας την πόλη από τα ανατολικά προς τα δυτικά και παράλληλα σταματά σε όλους τους σταθμούς της ζωής του συγγραφέα, από την προσωπική του ανατολή ως την αχνοφαίνουσα δύση που αναπότρεπτα θα ‘ρθεί. Και ο Σκαμπαρδώνης βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για έναν κόσμο που σίγουρα αγαπά βαθιά, έναν κόσμο, ο οποίος «τότε ήταν λαμπερός, αθώος, άπλετος, ανεξερεύνητος».
Πρόκειται για μια αφήγηση που παρακολουθεί τα παιδικά και νεανικά χρόνια του συγγραφέα παράλληλα με την ιστορία της πόλης από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως περίπου το 1980. Παλιοπαρέες, καβγάδες, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, αλσάκια, χωματόδρομοι, λαϊκά τραγούδια και άφιλτρα τσιγάρα. Είναι 19 στάσεις. Οι πρώτες είναι στην ανατολική πλευρά της πόλης, όσο είναι μικρός ακόμα. Μεγαλώνοντας θα κατέβει στο κέντρο, σα τελειόφοιτος και σα φοιτητής. Εκεί θα αρχίσει μια άλλη ενηλικίωση, αυτή του εφήβου που βαθμιαία μεταμορφώνεται σε άνδρα, έρωτες, απαγορευμένα στέκια, μπαρ, ποτά, περίεργες παρέες. Η διαδρομή θα κλείσει στο τέρμα, εκεί που είναι ο Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός, όπου και η εφημερίδα Μακεδονία. Το δημοσιογραφιλίκι θα σημαδέψει τα τελευταία χρόνια τη ζωή του, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Ένα επάγγελμα που τα τελευταία χρόνια παρέσυρε στο διάβα του αξίες, συνήθειες, παραδόσεις χρόνων αφήνοντας όμως τις καλύτερες εντυπώσεις σε όσους πρόλαβαν να ζήσουν τα καλά χρόνια του έντυπου λόγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου