Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

16. "Μικρή πατρίδα" από τον Gael Faye (ΠΑΤΑΚΗΣ) - 25 ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ο Γκαμπριέλ, από πατέρα Γάλλο και μητέρα απ’ τη Ρουάντα, μεγαλώνει τη δεκαετία του ’90 σε μια γειτονιά της Μπουζουμπούρα, πρωτεύουσας του Μπουρούντι, σε συνθήκες προνομιακές σε σχέση με τους ντόπιους, εφόσον θεωρείται Γάλλος υπήκοος. Τα παιδικά του χρόνια κυλούν ανέμελα, με τη συντροφιά των φίλων του, τις σκανταλιές, τις πλάκες, τις εκδρομές, τις όμορφες στιγμές…
Μέχρι που ξεσπά ο πόλεμος και σ’ αυτή τη γωνιά του «παραδείσου»: πόλεμος οικογενειακός, με τον χωρισμό των γονιών του, και πόλεμος εμφύλιος, ανάμεσα στις φυλές των Χούτου και των Τούτσι.

Μόνο που ο Γκαμπριέλ, σε αντίθεση με όλους τους άλλους, δε θέλει να διαλέξει «στρατόπεδο»…

ΒΡΑΒΕΙΑ:
Prix Goncourt des lyceens // Prix du roman Fnac // Prix Goncourt, choix de l’Orient, choix de la Pologne et choix de la Tunisie // Prix Talent Cultura // Prix du roman des etudiants France Culture-Telerama // Prix du Premier roman // Prix Transfuge // Prix Fetkann! Maryse Conde Globes de Cristal, meilleur roman // Prix Palissy

«Είναι πρώτα πρώτα οι αισθήσεις που το κείμενο υποβάλλει –γεύσεις, φως, μουσική– με μια απίστευτη κομψότητα. Κι ύστερα το χάος διαλύει τα πάντα, η Ιστορία επιβάλλεται, η περιπέτεια αρχίζει. Ο Γκαέλ Φάιγ μ' αυτό το υπέροχο αυτοβιογραφικό πρώτο μυθιστόρημα μπήκε εν μιά νυκτί στη χορεία των σπουδαίων συγγραφέων». 
Michel Abescat, Telerama

«Ο Γκαέλ Φάιγ μάς έχει αφήσει άφωνους». 
Marianne Payot, L' Express

«Μιλάει για την παιδική ηλικία σε μια βασανισμένη πατρίδα με τέτοια ακρίβεια, τρυφερότητα και δύναμη, που νιώθουμε τελειώνοντας το βιβλίο πως αποχωριζόμαστε ένα λατρεμένο πρόσωπο». 
Valerie Marin La Meslee, Le Point

Η «Μικρή πατρίδα», είναι βιβλίο εν μέρει μόνο αυτοβιογραφικό. Ηρωας, ένας δωδεκάχρονος που ζει στην Μπουζουμπούρα, την πρωτεύουσα του Μπουρούντι, στις όχθες της λίμνης Τανγκανίκα. Προσέχει τη μικρή αδελφή του που ζωγραφίζει πυρπολημένες πόλεις, στρατιώτες, ματωμένα μαχαίρια, σκισμένες σημαίες. Η παιδική ηλικία σιγά σιγά εκτοπίζεται. Και από εκεί που ζούσαν ευτυχισμένοι, έκαναν πικνίκ δίπλα στους ιπποπόταμους, έκλεβαν φρούτα στον δρόμο, περπατούσαν σε κήπους με μάνγκο, ευκάλυπτους, μπουκαμβίλιες, άγριες ορχιδέες, γνώρισαν τον εφιάλτη του εμφυλίου. Πρώτα όμως, ως προπομπός, ήρθε ο χωρισμός των γονιών, η μητέρα άφησε το σπίτι, ενώ και έξω η βία άρχισε να εκδηλώνεται και να βαίνει αυξανόμενη. Το μικρό δρομάκι – αδιέξοδο όπου άλλοτε μαζευόταν η παρέα των φίλων έγινε τόπος φονικών. Η βία, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο, δεν είναι όμως μόνο βία εμφυλιακή. Είναι βία αποικιοκρατική, βία ταξική, βία κοινωνική, είναι επίσης η βία της ίδιας της Ιστορίας.
Ο Φάιγ δεν περιγράφει άμεσα σκηνές βίας γιατί, όπως ο ίδιος λέει, «η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να περιγράψει μια τόσο μεγάλη φρίκη». Επιστρέφοντας στον τόπο των παιδικών του χρόνων, ο συγγραφέας αναζητά μέσω της μνήμης, της επαναφοράς μιας παιδικής ηλικίας και των έντονων αισθήσεων που αυτή κουβαλάει, την επανασύσταση ενός κοινού χώρου συμβίωσης και κοινωνικότητας, μια ουτοπία όπου πολλές «πατρίδες» μπορούν να συνθέσουν μια κοινή «μικρή πατρίδα» που δεν περιορίζεται από σύνορα. Η κριτική στη Γαλλία υποδέχθηκε με ενθουσιασμό το βιβλίο, για «μεγάλο μυθιστόρημα» μίλησαν κάποιοι. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει σεμνά ότι «έγραψα αυτό το μυθιστόρημα για να φωνάξω στον κόσμο ότι υπήρξαμε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου