Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση: "Η Ελλάδα του Όθωνα" του Edmond About (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)


Δημοσιογράφος, ακαδημαϊκός και συγγραφέας ο εκ Γαλλίας Εντμόντ Αμπού (1828 – 1885) ήρθε στην Ελλάδα το 1852 και έμεινε ως το 1854 και περιόδευσε σε όλη τη χώρα. Τι πίστευε πως θα έβρισκε; Πολλά, όπως ο ίδιος γράφει, καθώς «δεν θα βρείτε νέο άνθρωπο που (το όνομα Ελλάδα) να μην του φέρνει στον νου την ομορφιά, το φως και την ευδαιμονία. (…) Περίμενα να βρω έναν ασυννέφιαστο ουρανό, μια αρυτίδωτη θάλασσα, μια άνοιξη δίχως τέλος και, κυρίως, διαυγείς ποταμούς και δροσερά σκιερά μέρη».
Τελικά  τον περίμενε όπως λέει ο ίδιος ένα μεγάλο σοκ, το οποίο περιγράφει, επιστρέφοντας στο Παρίσι, στο βιβλίο του «Grece Contemporaine» (Σύγχρονη Ελλάδα) στο οποίο σχολιάζει, με αρκετά επικριτικό πνεύμα, την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας εκείνη την περίοδο,  προκάλεσε αντιδράσεις, χαρακτηρίστηκε ακόμα και συκοφαντική για το νέο κράτος και για τον λαό που το κατοικούσε. 
Η Ελλάδα παραμένει ένας γρίφος, και για τους ξένους περιηγητές και για τους ίδιους τους Ελληνες: Πώς μπορεί ένας λαός με τόσες χάρες να αδυνατεί να δημιουργήσει ένα αποτελεσματικό κράτος;  Πρόκειται για την κριτική ματιά ενός φιλέλληνα που δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τα αντιφατικά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας, χωρίς να παραγνωρίζει τα επιτεύγματα αλλά και χωρίς να αγνοεί τα ελαττώματα. Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα, μία διεισδυτική παρουσίαση των δεινών που ταλανίζουν τη χώρα στη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων, μέσα από τη ματιά ενός ξένου σχολιαστή.
Μερικά σχόλια για την πατρίδα μας, μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που την αγάπησε αλλά δεν της χαρίστηκε ήταν τα παρακάτω:
– «Προφανώς υπάρχει πολλή αλαζονεία στην αγάπη των Ελλήνων για τη χώρα τους, και τυφλώνονται κατά τρόπο περίεργο σχετικά με τη σπουδαιότητα της Ελλάδας. Κατά τη γνώμη τους όλα τα γεγονότα της Ευρώπης έχουν για επίκεντρο και σκοπό την Ελλάδα. (…) Ο ελληνικός λαός είναι ο πρώτος λαός του κόσμου˙ η Ελλάδα είναι μια απαράμιλλη χώρα˙ ο Σηκουάνας και ο Τάμεσης είναι υπόγειοι παραπόταμοι του Ιλισού και του Κηφισού».
– Οι Ελληνες «μαθαίνουν με καταπληκτική ευκολία ό,τι τους αρέσει να μάθουν, ό,τι δηλαδή τους συμφέρει να μάθουν. (…) Μαθαίνουν όπως όπως τα αρχαία ελληνικά για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων· μελετούν την ιστορία τους για να έχουν με κάτι να κομπάζουν».
– «Μισούν την υπακοή. (…) Η φύση της χώρας είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για την ανάπτυξη του ατομικισμού. Η Ελλάδα είναι κομμένη σε άπειρα κομμάτια λόγω των βουνών και της θάλασσας.……».
– «Θα σας πηγαίνουν από χωριό σε χωριό, θα σας φιλούν στο στόμα, και στο φτωχότερο ακόμα σπίτι θα σφάξουν αρνί προς τιμήν σας. Η γενναιοδωρία αυτή είναι ανιδιοτελής».
– «Ρωτήστε έναν Ελληνα για όλα τα μεγάλα ονόματα της χώρας του, δεν θα μιλήσει για κανένα χωρίς να το κηλιδώσει».
– Για τους Ελληνες «η επιτυχημένη κλεψιά είναι αντικείμενο θαυμασμού».
– «Ο λαός είναι νευρώδης, ζωντανός, λιτός, μυαλωμένος, πνευματώδης και περήφανος για όλα του τα χαρίσματα: αγαπά με πάθος την ελευθερία, την ισότητα και την πατρίδα˙ αλλά είναι απείθαρχος, φθονερός, εγωιστής, όχι ιδιαίτερα ευσυνείδητος και εχθρός της χειρωνακτικής εργασίας».
– «Η Ελλάδα είναι το μοναδικό γνωστό παράδειγμα χώρας που βρίσκεται σε πλήρη χρεοκοπία από τη γέννησή της».
– «Η Κωνσταντινούπολη είναι ίσως η μόνη μεγάλη πόλη που μπορεί να διεκδικήσει από την Αθήνα το βραβείο της βρομιάς. Μπορείς να δεις στο δρόμο ένα ψόφιο κοράκι, μια πατημένη κότα λίγο πιο πέρα, και ακόμα παρακάτω έναν σκύλο σε αποσύνθεση».

Το βιβλίο προκαλεί το γέλιο της αναγνώρισης γνωστών συμπεριφορών, αλλά και θλίψη για τη διαχρονικότητα των δεινών του τόπου και του λαού. Είναι μια καυστική και συχνά χιουμοριστική ματιά πάνω σε μια χώρα, σε ένα έθνος που είναι ακόμη τυφλωμένο από το φως της ελευθερίας έπειτα από αιώνες σκότους, αλλά που παραμένει παγιδευμένο σε έναν φαύλο κύκλο διοικητικής δυσλειτουργίας, διχόνοιας και διαφθοράς. Αυτά που ρωτάει ο Αμπού μπορούμε να ρωτάμε και εμείς σήμερα: Πώς γίνεται, 166 χρόνια μετά τη συγγραφή του βιβλίου, σχεδόν 200 μετά την αρχή της επανάστασης, οι Ελληνες να συνεχίζουν να βασανίζουν εαυτούς και να ταλαιπωρούν τη χώρα τους με τις ίδιες ανόητες συμπεριφορές;
Συχνά ενοχλούν η υπεροψία και η χλεύη με την οποία ο Αμπού περιλούζει τους Ελληνες, παρουσιάζοντας καρικατούρες που κινούν υποψίες για την αντικειμενικότητα του παρατηρητή.  Ο Αμπού είναι άκρως σαρκαστικός στην περιγραφή του Γερμανού Οθωνα, της βασίλισσας και της αυλής τους, όπως και με τους πολιτικούς. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα παραμένουν Γερμανοί, σχολιάζει, και παραχωρούν μόνο τις ελευθερίες που τους πήραν με τη βία. Σχολιάζει την αγνωμοσύνη της Ελλάδας, παρόλη τη βοήθεια σε χρήμα και σε στρατιωτική ισχύ που η Γαλλία της προσέφερε. «Για όλα αυτά μας αντάμειψαν οργανώνοντας τη ληστεία κατά των συμμάχων μας και την πειρατεία κατά των πλοίων μας». Βέβαια, η αιχμηρότητα και η καυστικότητα του συγγραφέα εξαντλείται στους Έλληνες. Όταν ασχολείται με την πατρίδα του, και ειδικά με την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας έναντι της Ελλάδας , εκεί ο Αμπού αφήνει στην άκρη το κριτικό πνεύμα του και έχει να πει μόνο καλά λόγια! (από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν έχει αποπληρώσει τα δάνεια της , η Γαλλία έχει κάθε δικαίωμα να παρεμβαίνει στις ελληνικές υποθέσεις , μας λέει)
Οσο προχωράει το βιβλίο, τόσο βλέπουμε τον Αμπού να χάνει τη χλευαστική του διάθεση και να αρχίζει να κατανοεί και τα βάσανα του ελληνικού λαού και τις αρετές του. Τα δύο τελευταία κεφάλαια περιγράφουν συναντήσεις με φτωχούς χωρικούς στην Πελοπόννησο και προκαλούν πολλές σκέψεις στον περιηγητή. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου