Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση: "Εγώ, ο Σίμος Σιμεών" του Γιάννη Ξανθούλη (ΔΙΟΠΤΡΑ)


Ο βραβευμένος συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης μετά το μυθιστόρημα «Η Εποχή των Καφέδων»  επιστρέφει αυτή τη φορά με το μυθιστόρημα «Εγώ, ο Σίμος Σιμεών».
Σε αυτό το μυθιστόρημα μεταφερόμαστε σε μια μικρή κωμόπολη, τη Χαλκόπολη που βρίσκεται μεταξύ Σερρών, Δράμας και Καβάλας της Ανατολικής Μακεδονίας. Εκεί μεγαλώνει χωρίς πατέρα παρά μόνο με τη μητέρα του και την ιδιόρρυθμη οικογένεια της, ο μικρός Σίμος. Ο Σίμος είναι ένα παιδί προικισμένο και ανήσυχο από τη φύση όπου παλεύει να βρει τον δρόμο και δεν παύει να ονειρεύεται και το μόνο που επιθυμεί είναι να αποδράσει από το περιβάλλον στο οποίο ζει και να ανοίξει τα φτερά του για νέους ορίζοντες και νέες περιπέτειες.
Το μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη «Εγώ, ο Σίμος Σιμέων» είναι ένα παραμύθι για μεγάλους. Ο αναγνώστης σίγουρα θα συναντήσει μέσα στις σελίδες του γραφικούς χαρακτήρες, όπως αυτόν του καλοσυνάτου γείτονα ή του παπά, που είναι γνωστοί σε όλους μας και βρίσκουμε σε κάθε κλειστή και συντηρητική κοινωνία. Ο συγγραφέας, που μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη του Εβρου, περιγράφει τις εμμονές της ελληνικής περιφέρειας του ’60 με όλα τα παρελκόμενά της: τα άβγαλτα κορίτσια και τους έρωτες που καταλήγουν σε ανεπιθύμητες μητρότητες, τα καλά κρυμμένα οικογενειακά μυστικά, τις πελατειακές σχέσεις και τη γέννηση των τοπικών αρχόντων που τάζουν μέχρι και ευάερα και ευήλια νεκροταφεία για να εκλεγούν, την επίδραση της Εκκλησίας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, τον φόβο για το διαφορετικό και το καινούργιο και την επιθυμία να μείνουν τα πράγματα όπως είναι ή να αλλάξουν κατ’ επίφαση. Στο βιβλίο παρακολουθούμε τα παιδικά χρόνια του Σίμου, μιας μικρής ιδιοφυΐας που ρουφάει τις γνώσεις σαν σφουγγάρι, ονειρεύεται να γνωρίσει τον κόσμο και ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα της Χαλκόπολης. Ο Σίμος μεγαλώνει σε μια προβληματική οικογένεια με τις τέσσερις αδελφές της μητέρας του Αναστασίας, μιας θεοσεβούμενης κοπέλας με αδύναμη καρδιά που έγινε αστρολόγος, ενώ πλησιάζουν οι δημοτικές εκλογές της Χαλκόπολης. Στον περίγυρο, ο συγγραφέας μάς συστήνει χαρακτήρες που ενισχύουν τον γλυκόπικρο και σατιρικό χαρακτήρα του βιβλίου, όπως τον δάσκαλο του Σίμου, που, αν και διακρίνει την ευφυΐα του, υποκύπτει στη δυσκαμψία της μικρής κοινωνίας και εμποδίζει τη διαφυγή του, τον μητροπολίτη Αμβρόσιο, που υποκλέπτει τη διατροφή της οικογένειας για το τέμπλο της εκκλησίας, τον κύριο Τίτιζα, που βοηθάει τον Σίμο υπογείως και ενοχικά, αλλά και τον εξαφανισμένο πατέρα του, που μπαίνει στη ζωή του ξαφνικά με την μπουζουκόβια τραγουδίστρια Σαχάρα. Μέχρι που εμφανίζεται ένας νέος φίλος με λευκό πουκάμισο και ένας άλλος δρόμος ανοίγεται για τον Σίμο. Χαρακτήρες που εξελίσσονται και ξαφνιάζουν με τις μεταλλάξεις τους. Πρόσωπα που αγγίζουν τον Σίμο, τον συναναστρέφονται, τον επηρεάζουν (έτσι νομίζουν) και επηρεάζονται απ’ αυτόν, αναζητούν τις γνώσεις του (εντυπωσιακές για τα μόλις 11 χρόνια της ζωής του), θαυμάζουν την παραδοξότητα του χαρακτήρα του, την αυτονομία του, την αυτάρκειά του.
Ο Ξανθούλης σε όλα του τα μυθιστορήματα γυρνά προς τα πίσω τον χρόνο. Δεν είναι τυχαία η εικόνα που μας δίνει με τον ήρωα να βλέπει τον εαυτό του σε μελλοντικό χρόνο να παρατηρεί ένα πίνακα του Έντουαρτ Χόπερ («Ένας ζωγράφος που “κατάφερνε να ερμηνεύει την πρόζα του χρόνου”»). Ψάχνει τις μνήμες του, τις μεταμφιέζει σε μυθοπλαστικές εικόνες, σε πρόσωπα/ήρωες των ιστοριών του. Αναμενόμενο, όπως είναι φυσικό, σ’ αυτή την ιστορία η συνειδητοποίηση της μεταμφίεσης να γίνεται από την ανώτερη αντίληψη που ξεχωρίζει ανάμεσα στους ήρωες. Ο Σίμος θα ξαφνιαστεί πρώτος, θα αναρωτηθεί, θα ψάξει, θα ανακαλύψει. Και στο τέλος… θα τα ξεχάσει όλα. 
Το βέβαιο είναι ότι ο αναγνώστης αυτής της παράξενης ιστορίας θα γελάσει πολύ. Ίσως το γέλιο να μην πηγάζει μόνο από το χιούμορ (διακριτό χαρακτηριστικό του ύφους του Ξανθούλη) αλλά από τη βαθύτερη έννοια του κωμικού στοιχείου, άρρηκτα δεμένου με το τραγικό υπόβαθρο της ζωής.  Δεν πελαγοδρομεί σε ασάφειες και δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με δυσνόητα ευρήματα. Με την απλότητα και την ειλικρίνεια του δοκιμασμένου πεζογράφου απομυθοποιεί τους μύθους του, συγγραφικούς και προσωπικούς. Ο Γιάννης Ξανθούλης με χιούμορ, τρυφερότητα και αξεπέραστη ειρωνεία αναδημιουργεί στην υπερβολή του –ίσως όχι και τόσο– τα συμπτώματα μιας κοινωνίας, σε μια κοντινή από τη δική μας εποχή, γεμάτη ιδεοληψίες, άγνοια και στερεότυπα. Στα βιβλία του ο συγγραφέας συνήθως επιστρέφει στην δεκαετία του ’50 και αντλεί το υλικό του από προσωπικά βιώματα και μνήμες. Η μνήμη είναι και πάλι παρούσα στο νέο του μυθιστόρημα, ενώ η δράση τοποθετείται χρονικά στο 1964, τότε που, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «κάτι έδειχνε να αλλάζει ελπιδοφόρα στον βαλτωμένο μεταπολεμικό μας ορίζοντα αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου